'σουν

ἔσουν , σέω
imperf ind act 3rd pl (attic epic doric)
ἔσουν , σέω
imperf ind act 1st sg (attic epic doric)

Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες). 2014.

Look at other dictionaries:

  • σούν — Α (κτητ. αντων.) βλ. σός …   Dictionary of Greek

  • σούν(ν)α — η, Ν το σύνολο τών διδαγμάτων που απορρέουν από τούς λόγους και τις πράξεις τού προφήτη Μωάμεθ και τών διαδόχων του, η παραδοσιακή κοινωνική και νομική πρακτική τών ισλαμιστών που χρησιμοποιήθηκε για την εξήγηση τού Κορανίου καθώς και στο… …   Dictionary of Greek

  • σοῦν — σέω pres part act masc voc sg (attic epic doric) σέω pres part act neut nom/voc/acc sg (attic epic doric) σέω imperf ind act 3rd pl (attic epic doric) σέω imperf ind act 1st sg (attic epic doric) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • σουν(ν)ίτης — ο, Ν συν. στον πληθ. οι σουνίτες οι οπαδοί τού σουνισμού. [ΕΤΥΜΟΛ. < σούν(ν)α, «μουσουλμανικές διδαχές» + κατάλ. ίτης. Η λ., στον λόγιο τ. Σουννῖται, μαρτυρείται από το 1897 στην εφημερίδα Νεολόγος Κων/πόλεως] …   Dictionary of Greek

  • σουν(ν)ισμός — ο, Ν ο μεγαλύτερος από τους δύο μεγάλους κλάδους τού ισλαμισμού, που αναγνωρίζει τους τέσσερεις πρώτους χαλίφες ως νόμιμους διαδόχους τού Μωάμεθ, θεωρεί ως σημαντικό και πρωταρχικό στοιχείο τις απόψεις και τα έθιμα τής πλειονότητας τής κοινότητας …   Dictionary of Greek

  • Σουν Γιατ-σεν — Κινέζος πολιτικός (Σιανγκ σαν, σήμερα Τσουνγκ σαν, 1866 Σαγγάη 1925), που ονομάζεται «πατέρας της πατρίδας». Αφού ανατράφηκε σύμφωνα με τα διδάγματα του διαμαρτυρόμενου χριστιανισμού, τελείωσε τις σπουδές του στο Χονγκ Κονγκ, όπου πήρέ το δίπλωμα …   Dictionary of Greek

  • Σουν Τσζιάο-ζεν — Κινέζος επαναστάτης (1882 1913). Ίδρυσε το 1904 μαζί με το Χουάν Σιν την επαναστατική οργάνωση Χουανσιχόι και τον επόμενο χρόνο εντάχθηκε στην επαναστατική οργάνωση Τουμενχόι, της οποίας αναδείχτηκε διακεκριμένο στέλεχος. Το 1911 μπήκε επικεφαλής …   Dictionary of Greek

  • σουν(ν)έτι — το, Ν η περιτομή τών ισραηλιτών και τών μωαμεθανών. [ΕΤΥΜΟΛ. < τουρκ. sunnet] …   Dictionary of Greek

  • περιχρυσούς — σοῡν, Α ο περίχρυσος*. [ΕΤΥΜΟΛ. < περι * + χρυσοῦς «χρυσός»] …   Dictionary of Greek

  • κίνα — Επίσημη ονομασία: Λαϊκή Δημοκρατία της Κίνας Έκταση: 9.596.960 τ. χλμ. Πληθυσμός: 1.284.303.705 κάτ. (2002) Πρωτεύουσα: Πεκίνο ή Μπεϊτζίνγκ (6.619.000 κάτ. το 2003)Κράτος της ανατολικής Ασίας. Συνορεύει στα Β με τη Μογγολία και τη Ρωσία, στα ΒΑ… …   Dictionary of Greek

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.